ΤΡΑΙΝΟ (Συγγραφείς - Μέλη)

Επιλέξτε Κατηγορία:
ή Κάντε αναζήτηση βάσει του ονόματος:

(Συμπληρώστε τα πεδία αναζήτησης χρησιμοποιώντας μόνο κεφαλαίους χαρακτήρες)

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ - ΜΕΛΟΥΣ
Κάντε κλικ για Μεγένθυνση Επώνυμο: ΚΟΝΤΟΛΕΩΝ
Όνομα: ΜΑΝΟΣ
Κατηγορίες : Μυθιστόρημα/ Παιδικό Βιβλίο / Δοκίμιο - Κριτική
Ημ/νία Γεννήσεως: 1946
Τόπος Γέννησης: Αθήνα
Καταγωγή: Σμύρνη Μ. Ασίας

Σπουδές: Φυσικομαθηματική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Επαγγ. Σταδιοδρομία: Σύμβουλος εκδόσεων στην Ολυμπιακή Αεροπορία. Συνεργάτης πολλών εφημερίδων, περιοδικών, τηλεοπτικών και ραδιοφωνικών σταθμών.

Τιμητικές (και άλλες) διακρίσεις: -"Κι η σιδερώστρα έκοβε την τηλεόραση στα δυο" Καστανιώτης, 1982 σελ. 106
('Επαινος Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών )

-"Γάντι σε ξύλινο χέρι" (διηγήματα) Γνώση, 1986
2η έκδοση Πατάκης 1994, 3η έκδ.1994, 8η 2000 ISBN 960-360-151-9 σελ. 76
(Τιμητική διάκριση Κύκλου Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου)

-"Οι δυο τους κι άλλοι δύο" (νουβέλα) 'Αμμος, 1987
2η έκδοση Πατάκης,1994 - 6η έκδ.2000 ISBN 960-293-957-5 σελ. 80
(Βραβείο Κύκλου Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου)
(Κυκλοφορεί στα Γαλλικά από τον εκδοτικό οίκο L'ecole des loisirs- "Nous deux et les deux autres" 1990 ISBN 2211067336 σελ. 113)

-"Δομήνικος" (μυθιστόρημα) Πατάκης 1992, 8η έκδοση 2000 ISBN 960-293-724-6 σελ. 134
[Τιμητικός πίνακας Διεθνούς Οργάνωσης Βιβλίων για παιδιά(ΙΒΒΥ)]

-"Μάσκα στο φεγγάρι" (μυθιστόρημα) Πατάκης 1997 - 3η έκδ. 1998 ISBN 960-600-088-5 σελ. 503
(Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος)

"Ο Φωκίων ήταν ελάφι" (παραμύθι) Καστανιώτης,1979-3η έκδ.1995 ISBN 960-03-0951-5 σελ. 91
('Επαινος Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών)

"Ο Εέ από τ'άστρα" (μυθιστόρημα) Καστανιώτης,1981 -14η έκδ. 1999 ISBN 960-03-0199-9 σελ. 106
(Βραβείο Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών)


Μεταφρασμένα

-"Οι δυο τους κι άλλοι δύο" (νουβέλα) 'Αμμος,1987
2η έκδοση Πατάκης,1994 - 6η έκδ.2000 ISBN 960-293-957-5 σελ. 80
(Βραβείο Κύκλου Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου)
(Κυκλοφορεί στα Γαλλικά από τον εκδοτικό οίκο L'ecole des loisirs- "Nous deux et les deux autres" 1990 ISBN 2211067336 σελ. 113)

-"Γεύση Πικραμύγδαλου" (μυθιστόρημα) Πατάκης,1995 - 10η έκδ.2000 ISBN 960-360-303-1 σελ. 265
(κυκλοφορεί στα γαλλικά από τον εκδοτικό οίκο L' ecole des loisirs - "Un gout d; amande amere" 1997 ISBN 2211036163, σελ. 208)

-"Μάσκα στο φεγγάρι" (μυθιστόρημα) Πατάκης 1997 - 3η έκδ. 1998 ISBN 960-600-088-5 σελ. 503
(Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος)
(Θα κυκλοφορήσει το 2001 στις ΗΠΑ από τις εκδόσεις Seabud)

Ξένες Γλώσσες: Αγγλικά, Γαλλικά

Διεύθυνση: Λακωνίας 31, 14564 Κηφισιά

Διευθ. Ηλεκτρονικού Ταχυδρομείου: mako@otenet.gr
Δικτυακός Τόπος: http://www.kontoleon.gr

Εργογραφία:

Μυθιστορήματα:
1."'Ενα κι ένα κάνουν όσα θες" (μαζί με την Τιτίνα Δανέλλη) Καστανιώτης,1988, σελ.135 (εξαντλημένο)
2. "Αφήγηση" Καστανιώτης, 1981, σελ. 75
3. "Με στοιχεία προσωπικών συνεντεύξεων" Καστανιώτης,1984.Πατάκης, 1996 ISBN 960-360-544-1, σελ. 188
4. ""Τα φώτα!" είπε" Καστανιώτης,1986. Πατάκης,1995. ISBN 960-360-360-0, σελ. 231
5. "Αποφάσισα να σκοτώσω τον Ερμόλαο" Ρόπτρον,1989. Δελφίνι 1993. Πατάκης 2002. ISBN 960-309-098-0, σελ. 90
6. "Ιστορία Ευνούχου" Πατάκης 2000. 2000 ISBN 960-378-794-9, σελ. 252
7. "Ερωτική Αγωγή" Πατάκης 2003, σελ. 526.

Διηγήματα:
1. "Κι η σιδερώστρα έκοβε την τηλεόραση στα δυο" Καστανιώτης,1982, σελ. 106
('Επαινος Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών)
2. "Ερωτικές ιστορίες μιας παιδικής ηλικίας" Πατάκης 1992. 1998 ISBN 960-293-720-4, σελ. 82
3. "Στο περιθώριο", Ελληνικά Γράμματα, 2000

Ειδική Έκδοση:
"Δόξα και δάκρυ" - η ιστορία των Ολυμπιακών Αγώνων από το 1896 έως τις μέρες μας
(σε συνεργασία με τον Δημήτρη Κωνσταντάρα) -Πατάκης, 2000. ISBN 960-378-558-Χ, σελ. 335

Για εφήβους και νέους:
1. "Οι δυο τους κι άλλοι δύο" (νουβέλα) 'Αμμος,1987. Πατάκης,1994. ISBN 960-293-957-5, σελ. 80 (Κυκλοφορεί στα Γαλλικά από τον εκδοτικό οίκο L'ecole des loisirs-1990)
2. "Μαγική Μητέρα" (διηγήματα) Δελφίνι, 1992. Πατάκης 2001 ISBN 960-600-890-8, σελ. 98
3."Γεύση Πικραμύγδαλου" (μυθιστόρημα) Πατάκης,1995. ISBN 960-360-303-1, σελ. 265
(κυκλοφορεί στα γαλλικά από τον εκδοτικό οίκο L' ecole des loisirs -1997)
4. "Μάσκα στο φεγγάρι" (μυθιστόρημα) Πατάκης 1997. ISBN 960-600-088-5, σελ. 503
5. "Ροκ Ρεφρέν" (μυθιστόρημα) Πατάκης, 1999. ISBN 960-600-982-3, σελ. 255
6. "Μια ιστορία του Φιοντόρ, Πατάκης, 2004, ISBN: 960-16-1148-7, σελ. 152


Για παιδιά:
1. "Κάποτε στην Ποντικούπολη" (παραμύθι) Καστανιώτης,1979. ISBN 960-03-0094-1, σελ. 71
2. "Η Γη, το σπίτι μου -'Εξι Παραμύθια για το περιβάλλον" Εστία, 1979. ISBN 960-05-0957-3, σελ. 79
3. "Ο Φωκίων ήταν ελάφι" (παραμύθι) Καστανιώτης,1979. ISBN 960-03-0951-5, σελ. 91
4. "Η 'Αννα και το τζιτζίκι" (παραμύθια) Καστανιώτης,1980. ISBN 960-03-0093-3, σελ. 62
5. "Ο Εέ από τ'άστρα" (μυθιστόρημα) Καστανιώτης,1981. ISBN 960-03-0199-9, σελ. 106
6. "Ο χιονάνθρωπος που δεν ήθελε να λιώσει" (παραμύθια)ΑΣΕ,1982. Δελφίνι 1993. Πατάκης 1998 ISBN 960-600-829-0, σελ. 37
7."Πέτρινα καθίσματα" (Ιστορίες από το αρχαίο θέατρο) ΑΣΕ 1985-1989. Πατάκης 1992. ISBN 960-293-801-3, σελ. 155
8. "Γάντι σε ξύλινο χέρι" (διηγήματα) Γνώση,1986. Πατάκης 1994. ISBN 960-360-151-9, σελ. 76
9. "'Ενα συρτάρι γεμάτο όνειρα" (παραμύθια) 'Αγκυρα,1988, σελ. 38
10. "Το 33" (μυθιστόρημα) Πατάκης,1989. ISBN 960-293-429-8, σελ. 91
11. "Το ταξίδι που σκοτώνει" (μυθιστόρημα) Καστανιώτης,1989. ISBN 960-03-0364-9, σελ. 105
12. "Δομήνικος" (μυθιστόρημα) Πατάκης 1992. ISBN 960-293-724-6, σελ. 134
13. "Η Μάρω πάει..." (4 βιβλία) Πατάκης 1991. ISBN 960-293-630-4, σελ. 24
14. "Δυο ιστορίες που ρωτάνε" (διηγήματα) Άγκυρα 1990- 3η έκδ. 1994 ISBN 960-234-035-5, σελ. 68
15. "Ο αδελφός της Ασπασίας" (μυθιστόρημα) Πατάκης 1993
2η έκδ.1993 ,3 έκδ. 1994, 10η έκδ. 2000 ISBN 960-293-837-4, σελ. 135
16. "Ο Ορέστης και το υπόγειο" (διηγήματα) Πατάκης 1995, 7η έκδ.2000 ISBN 960-360-252-3, σελ. 97
17. "Τα φαντάσματα της σοφίτας" (μυθιστόρημα) Πατάκης 1996 -6η έκδ. 2000 ISBN 960-360-599-9, σελ. 139
18. "Τα σιδερένια παπούτσια" (λαϊκά παραμύθια) Πατάκης 1998, ISBN 960-600-615-8, σελ. 158
19. "Η ιστορία του σκύλου Θα Δείξει" (μυθιστόρημα) Πατάκης 1999, ISBN 960-600-855-Χ, σελ. 66.
20. "Παραμύθια από τόπους της Αφρικής", Πατάκης, 2002
21. "Παραμύθια από τόπους της Ασίας", Πατάκης, 2002
22. "Οι κάλτσες με τα δώρα", Πατάκης, 2003, ISBN:960-16-0875-3, σελ. 30.
23. "Παραμύθια από τόπους της Λατινικής Αμερικής", Πατάκης, 2004, ISBN: 960-16-1000-6
24. «Μαζί θα περάσουμε το χειμώνα» είπε το έλατο, Πατάκης, 2004, ISBN:960-16-1317-Χ, σελ. 32.

Θεωρητικά
1. "Απόψεις για την Παιδική Λογοτεχνία" Πατάκης,1988 ISBN 960-293-344-7, σελ. 82


Ερωτική Αγωγή (μυθιστόρημα)


ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΝΑ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΕΡΓΟ:
Ερωτική Αγωγή (μυθιστόρημα)
Α1.

Ο πατέρας του Άρη, ο Χρήστος Βαλλής, είχε γεννηθεί σε κάποιο ορεινό κεφαλοχώρι της Ηπείρου, μερικά χρόνια αφ΄ ότου είχε μπει ο 20ος αιώνας –ο αιώνας που θα ξεκινούσε με τα πιο μεγάλα κινήματα ανθρωπιστικών ιδεών και θα κατέληγε στις πιο οργανωμένες τάσεις κυριαρχίας των ελαχίστων πάνω στους πάμπολλους* ο αιώνας που αφού θα γεννούσε, πρώτα, τις μεγάλες ανατροπές της Τέχνης, στη συνέχεια θα υλοποιούσε την εφαρμογή της απόλυτης εμπορευματοποίησής τους. Ο αιώνας που με το λίκνισμα του έρωτα θα άνοιγε τα μάτια του και θα τα έκλεινε με τους τριγμούς του ηδονισμού –την Ευρώπη, αρχές του 1900 την κατακτούσαν τα τανγκό του Εντουάρντο Μπιάνκο* μετά από ογδόντα με ενενήντα χρόνια, οι κάτοικοι των πρωτευουσών της θα τρώγανε aux poivre παρακολουθώντας σε video wall τη Μαντόνα σε εικονικό οργασμό -σαν αστήρ διάττων, σαν ήρως ανεξήγητων … θαυμάτων.
20ος αιώνας -ο αιώνας της θεοποίησης, μα και της μετάλλαξης των αστών.
Ο Χρήστος Βαλλής δεν θα γινότανε ποτέ του ένας από εκείνους που θα καθόριζαν όλες αυτές τις εξελίξεις. Απλώς θα τις οσφραινότανε και με το ένστιχτο της αυτοσυντήρησης θα προσπαθούσε να τις αφομοιώσει στην καθημερινότητά του. Την επιστήμη θα την εκμεταλλευότανε ως απλό στοιχείο μιας δημοσιοϋπαλληλικής κατάκτησης. Την Τέχνη, όμως, για σύντομο χρονικό διάστημα θα την πλησίαζε μόνο ως μέσος καταναλωτής της, γιατί στη συνέχεια θα την άγγιζε ερωτικά και στο τέλος θα την είχε ως βάθρο των οραματισμών του. Μα πάντα και από την αρχή της ζωής του την πολιτική θα τη βίωνε ως παθητικός αποδέχτης της . Και έμενε, έτσι, η σεξουαλική έκφραση για να μπορεί μέσω αυτής να ελίσσεται, να αυτοαναγνωρίζεται και να επιβάλει την παρουσία του στους άλλους. Θα υπέγραφε το συμβόλαιο της ζωής με τα ίχνη που θα μπορούσε να αφήνει το σπέρμα του. Στερνοπαίδι της παραδοσιακής σεξουαλικότητας και προπομπός του παραπαίοντος ερωτισμού.
Τα βουνά ακόμα και σ΄ένα παιδί μπορεί να φανερώσουν όλο το ερωτικό στοιχείο που περιέχουν. Τα βουνά -σε αντίθεση με τη θηλυκιά θάλασσα- κρύβουν μέσα στη χλωρίδα τους, το αρσενικό στοιχείο. Τα πουρνάρια υπενθυμίζουν την αντίσταση της ερωμένης* οι πετρώδεις πλαγιές το πόσο πρέπει να μοχθήσει ο άντρας για να περπατήσει πάνω στο κορμί μιας γυναίκας* οι απότομοι γκρεμοί το έρεβος του σεξουαλικού πάθους. Κι η θέα από μια κορυφή εκφράζει την παντοδυναμία εκείνου που κατάφερε να φέρει σε πέρας μια ερωτική συνομιλία.
Τα αγόρια που γεννιούνται δίπλα στη θάλασσα θα γίνουν οι εραστές που κάνουν το γυναικείο κορμί να καρπίσει. Τα αγόρια που μεγάλωσαν στα βουνά, είναι εκείνοι οι μελλοντικοί άντρες που θα φτάνουν τη γυναίκα στον πλήρη οργασμό της. Ο Χρήστος Βαλλής τσαλαβουτούσε μεσ΄ το χιόνι, πετροβολούσε τα κοπάδια, άκουγε τα αλυχτίσματα των λύκων, πάλευε με τα τσοπανόσκυλα, τις νύχτες ο ουρανός ακούμπαγε το προσκεφάλι του το γεμισμένο με άχυρο.
Στο μέσο ακριβώς μιας σειράς παιδιών –που άλλα από αυτά γρήγορα αποχαιρέτησαν τη ζωή λόγω στερήσεων τροφής ή από την έλλειψη φαρμάκων που θα μπορούσαν να αντιμετωπίσουν δυσεντερίες ή μηνιγγίτιδες και άλλα που πολύ γρήγορα είχαν αποδεχτεί το μέλλον τους μέσα στις μίζερες συνθήκες μιας ορεινής ζωής- γρήγορα υποψιάστηκε πως θα προτιμούσε μια άλλη μορφής ζωή, μια ζωή που δε θα περιοριζότανε από τη μοναξιά των κορυφογραμμών, τη λάσπη των υποτυπωδών αγροτικών δρόμων, το μουγκρητό από τις προβατίνες την ώρα που το προέφηβο σπέρμα του χανότανε στη λερή προβιά τους.
Γύρω του -γύρω από το χωριό του, γύρω από την Ήπειρο, σ΄ ολόκληρη τη Βαλκανική Χερσόνησο, στην Ευρώπη, στον κόσμο όλο- άλλοτε ακουγόντουσαν οι βροντές των όπλων, άλλοτε οι ιαχές της νίκης, άλλοτε οι κατακραυγές της υποχώρησης, αντιθέσεις πολιτικές, επαναστάσεις, πάθη που συχνά κάλυπταν με ιδεολογικά ρούχα προσωπικές αντιζηλίες.
Κι η χώρα του βαριανάσαινε προσπαθώντας να επιβιώσει. Τη βαριά ανάσα της, ο Χρήστος με την απαίτηση του αυτοπροσδιορισμού, την ερμήνευε ίδια με το μουγκανητό αγελάδας που ξεγεννά -όμως στο παραδίπλα χωράφι ο ταύρος μασούσε αμέριμνος τα μισοξεραμένα χορταράκια. Η ευνοημένη μοίρα του αρσενικού.
Όταν αφηνότανε στην απαίτηση μιας ανεξέλεγκτης ώθησης – συνήθως τα πρωινά- και ξεμονάχιαζε μια προβατίνα από το υπόλοιπο κοπάδι και εκεί, πίσω από κάποια βάτα, άρχιζε να τρίβει την πρώιμη στύση του πάνω στο αχνιστό αιδοίο του ζώου, ότι συνειδητοποιούσε πως έπραττε ήταν μια επίδειξη ανάμεσα στην παντοδυναμία του ανθρώπου πάνω στο ζώο και στην πιο θεμελιώδη έκφραση της αρσενικής του ταυτότητας. Στην ουσία λειτουργούσε ως ο άρχοντας του κόσμου –γιατί κι αυτός, όπως το κάθε αγόρι της εποχής εκείνης, των προηγούμενων και όσων θα ακολουθούσαν, είχε εμποτιστεί με την άποψη πως ο κόσμος ανήκει στον αρσενικό. Αυτός -ακόμα κι αν μέσα στο χαμηλό φως του λυκαυγούς και σε πλήρη κάλυψη από το μάτι του όποιου άλλου ολοκλήρωνε την πιο ποταπή έκφραση της σεξουαλικότητάς του- ήταν ο άντρας που είχε το δικαίωμα και τη δυνατότητα να σπέρνει το αστείρευτο υγρό που οι κρεμασμένοι ανάμεσα στα πόδια του αδένες παρήγαγαν. Υγρό που μπορούσε να σπαταληθεί και να κυλήσει ανάμεσα στην προβιά ενός ζώου. Γιατί η πράξη της έκχυσης για τον άντρα δεν είναι τόσο πηγή τεκνοποίησης, όσο απόδειξη μιας αυθύπαρκτης αρρενωπότητας – επειδή μπορεί να ομείσει ο άντρας έχει αξιωθεί με τον μονόμβελον και τις μαγικές δυνατότητες αυξομείωσής του.
Μια γνώση που από υπαρξιακή γίνεται κοινωνική αξία και επιβάλει τη θεσμοθέτησή της. Κι έτσι, την ώρα που ο Χρήστος έβγαζε το πνιχτά βογκητά της εκσπερμάτωσης και τα βρώμικα νύχια του βυθίζονταν στο τρίχωμα της προβατίνας, η αμέσως μεγαλύτερη αδελφή του -κρυμμένη πίσω από την ξερολιθιά- όσο κι αν αισθανότανε τα μάγουλά της να σχίζονται από την κάψα που ξερνούσε η πιο κρυφή σχισμή του σώματός της, δεν θ΄ αποφάσιζε –όταν μετά από λίγο θα πήγαινε να κρυφτεί στο μισόφωτο του αχερώνα- παρά μόνο να κρατά στα χέρια της το κερί της Ανάστασης και να μην τολμά να το εφαρμόσει μέσα στην πηγή που ανάβλυζε τους δικούς της χυμούς. Μοναχά τα δάχτυλα στο θηλυκό προσφέρουν την εκτόνωση –κι αυτή είναι μια εκτόνωση περιφερειακή. Την πλήρη γνώση του ολοκληρωμένου οργασμού η γυναίκα -απαίτηση μιας ανδροκρατούμενης κοινωνίας- θα πρέπει να τη γνωρίσει μόνο με τη βοήθεια του ανδρικού μορίου. Αλλά και τότε, εντός του καταξιωμένου θεσμού του γάμου. Οι άντρες έχουν αποφασίσει τους όρους, γι αυτό και είναι οι μόνοι που έχουν το δικαίωμα ακόμα και να τους καταπατούνε. Οι γυναίκες απλώς πρέπει να τους αποδέχονται. Και με την ψυχολογία του σκλάβου γίνονται οι φανατικότεροι υποστηριχτές τους.
Το πρότυπο του Χρήστου ήταν, λοιπόν, ο ταύρος. Η αδελφή του ήθελε και έπρεπε να περιμένει το γάμο της για να μπορέσει να καλυφθεί από το σύμβολο της αγελάδας.
Αλλά ένα αγόρι μεγαλώνοντας δε γίνεται ταύρος, άντρας γίνεται. Τα χέρια του σκάνε από τη τσάπα, η πλάτη του σπάει από το όργωμα της γεμάτης με γκονάρια γης, τα βράδια ακόμα κι αν ξοδεύει το σπέρμα του, με τίποτε δεν μπορεί να απολαύσει την αμεριμνησία του ζώου. Άλλων -άκουγε ο Χρήστος- άλλων, όμως η ζωή ήταν πιο όμορφη, πιο κοντά σε μυρωδιές πρόσφατα πλυμένου γυναικείου κόρφου.
Η μητέρα του όταν πια νύχτωνε και έβγαζε από πάνω της το γκρίζο ρούχο, έστελνε μέσα στην κάμαρα τη βαριά μυρωδιά της που θύμιζε την έγνοια της μέρας, το ξίνισμα του αρμέγματος, την τσίκνα του λαδιού και το ξερό της θράκας από τον φούρνο. Με αυτή τη μυρωδιά να έχει νοτίσει τους πόρους του δέρματός της θα προσκαλούσε το βαρύ κορμί του πατέρα να την ποτίσει με τη δικιά του οσμή, εκείνο το μίγμα σερνικού ιδρώτα, σκονισμένου πουρναριού, βρωμισμένης προβιάς και βαριάς νικοτίνης. Οι συνευρέσεις τους κρατούσαν κάτι λιγότερο από όσο κάνει το φεγγάρι να διασχίσει το κεντρικό χώρισμα του παραθύρου. Και τα διαφορετικών αποχρώσεων αγκομαχητά τους φέρναν στο νου του μισοκοιμισμένου Χρήστου την εικόνα από τους σπασμούς του εμετού. Κι όμως από ότι καταλάβαινε πρέπει να ήταν οι ήχοι μιας πράξης που η εκτέλεσή της πριν από χρόνια τον είχε φέρει στη ζωή, μιας πράξης που χρόνια πολλά μετά, ο δικός του ο γιος, ο Άρης, θα έμενε εκστατικός όταν διάβαζε τα λόγια ενός ποιητή να την περιγράφουν – οι κραυγές του έρωτα / κραυγές όπου αγγίζονται η ηδονή κι ο πόνος..
Με το ένστιχτο, περισσότερο, του βουνίσιου που ανακαλύπτει τα μονοπάτια διάσωσης, ο Χρήστος δόθηκε ολοκληρωτικά στην προσπάθεια να επιδείξει μια αξιοσημείωτη πρόοδο στα γράμματα, έτσι ώστε να μπορεί να πείσει, κάποια στιγμή, τον πατέρα του να πουλήσει μέρος του κοπαδιού του, για να τον στείλει για περαιτέρω σπουδές στα Ιωάννινα- πόλη που είχε τη φήμη τόπου με παράδοση στο εμπόριο και στις σπουδές.
Οι σπουδές επιχειρούνται σπανιότερα για τους εσωστρεφείς λόγους της αναγνώρισης του κόσμου και συχνότερα ως τρόποι αποφυλάκισης από μια οικονομική και κοινωνική μιζέρια. Ο αιώνας που θα περίθαλπε τη ζωή του Χρήστου, επρόκειτο αυτή την τάση να την μετατρέψει σε στάση ζωής. Και μαζί της να φέρει την κυριαρχία της κατανάλωσης της Γνώσης και της εμπορευματοποίησης της Τέχνης. Αλλά όλα αυτά μετά από χρόνια, πολλά χρόνια –όταν πια ο Χρήστος ότι ήταν να έχει κατακτήσει και απολαύσει θα ήταν ολοκληρωμένο και οι όποιες επί πλέον εκφράσεις του θα εναποτίθεντο στους ώμους της γενιάς του γιου του. Ο τυχερός πατέρας και ο άτυχος γιος; Ή μήπως το ακριβώς αντίθετο; Ποιος είναι ο ευνοημένος από τη μοίρα –αυτός που σχεδιάζει το οικοδόμημα ή αυτός που εντός του κατοικεί; Ερωτήσεις που εν κατακλείδι αφορούν όχι τα πρόσωπα, αλλά τις θεωρίες που τα αναλύουν. Ο Χρήστος απλώς και μόνο έτυχε να γεννηθεί την εποχή που η σεξουαλικότητα ετοίμαζε την επανάστάση της κι ο Άρης τα ρυπαρά χρόνια που ο ηδονισμός θα ξεκινούσε την κυριαρχία του πάνω στο ερωτικό ένστιχτο.
Αλλά είμαστε ακόμα την εποχή του προπάτορα Χρήστου και αυτός ο νεαρός ακόμα Χρήστος Βαλλής το κατάφερε, τελικά, να εγκατασταθεί στα Ιωάννινα. Πικρές, συχνά δυσβάσταχτες οι συνθήκες ζωής ενός εφήβου που αποκόπηκε από την οικογένεια κι ανοίχτηκε στον προσωπικό αγώνα επιβίωσης. Οι νοικιασμένες κάμαρες μισοσκότεινες, βρωμούσαν απλυσιά και βουλωμένους βόθρους, η συγκατοίκηση με συνομήλικους περιόριζε την ύπαρξη ατομικού χρόνου, η κοιλιά τύμπανο από τα τσόφλια των όσπριων, και η λίμνη της πόλης έστελνε τους ατμούς της να τον σκεπάζουν όλα τα χρόνια των υπόλοιπων εγκυκλίων σπουδών του – ατμούς που λες και είχαν μέσα τους τη μυρωδιά γυναικείων σωμάτων. Άλλωστε, όλη η πόλη εξέπεμπε ακόμα τον απόηχο των τούρκικων αμανέδων και τους βραχνούς βήχες πασάδων που είχαν βουτηχτεί στα χνώτα των ναργιλέδων και στα σερμπέτια ολόδροσων χανουμισσών. Μα τα υγρά σοκάκια που ο ίδιος διέσχιζε δεν μπορούσαν να του προσφέρουν παρά μόνο τη θέα κάποιων γερασμένων γυναικών που τα αιδοία τους όχι μόνο τα είχαν προς ενοικίαση, αλλά ήταν σχεδόν το ίδιο ρυπαρά με εκείνο της προβατίνας του πατρικού σπιτιού του. Κι όμως όταν είσαι νέος και όλα γύρω σου αποπνέουν το ρόγχο της ισοπέδωσης, στο μόνο που μπορείς να έχεις εμπιστοσύνη είναι το ίδιο σου το κορμί. Αυτό είναι που σου υπόσχεται την ομορφιά που θα έρθει κάποτε. Μα το σώμα δεν τρέφεται μόνο από τα καρβέλια, τις πατάτες και τα όσπρια. Το σώμα υπόσχεται με την προϋπόθεση πως θα λούζεται στα υγρά του έρωτα.
Ο Χρήστος δεν ένοιωθε μήτε ιδιαλιτερη ντροπή, μήτε και το φόβο του αυνανισμού. Αδιαφορούσε για τις υστερικές νουθεσίες του παπαδαριού και τολμούσε ν΄ αγνοεί όλη εκείνη τη λαϊκίζουσα επιστημοσύνη περί των βλαβερών συνεπειών της ποταπούς έκφρασης της εφηβικής σεξουαλικότητας. Ένας προθάλαμος ήταν, γι αυτόν, η μαλακία –πότε, όμως, θα μπορούσε να ηρεμήσει την καύλα του πάνω στη σάρκα μιας γυναίκας;
Κάποια φορά τόλμησε να επισκεφτεί ένα από εκείνα τα σπίτια –βινητήριον στις παρυφές της πόλης. Με χρήματα που κέρδισε από τη στέρηση δύο γευμάτων, άνοιξε την πόρτα που έτριζε και αφέθηκε να λουστεί στο ημίφως από λάμπες πετρελαίου με χρωματιστά λαμπογυάλια. Του έδειξαν την ταμπέλα με τον τιμοκατάλογο της επίσκεψης και του είπαν να διαλέξει τη γυναίκα που θα ήθελε να του πάρει την παρθενιά κι αυτός επέλεξε εκείνη που είχε τα πιο χοντρά βυζιά και τη φωνή την περισσότερο βιασμένη από το τσιγάρο.
Προσπάθησε να ξεχάσει την άποψη της σεμνότητας και αγνόησε τη δικιά του γύμνια. Η ματιά του μαγνητίστηκε από το την παχιά και κόκκινη πληγή που τη μισοσκεπάζανε καστανόχρωμες φούντες και μετά έπαψε να αποφασίζει ο ίδιος για τις πράξεις του. Η διείσδυση έγινε σχεδόν ενστικτωδώς, τα χείλια του είχαν γραπώσει μια βυσσινιά θηλή και από τη ραχοκοκαλιά του ξεκίνησε ένα μούδιασμα που έπειτα έγινε σπασμός και μετά έσβησε καθώς ήρθε το κύμα του απόλυτου κενού.
Η βραχνή φωνή –την άκουσε να γελά και να λέει <<Κοκοράκι, μου είσαι!>> και τότε κερδίθηκε η αυτάρκεια του αρσενικού που ξεμπέρδεψε από την αμφισβήτηση του εφιάλτη. Καμάρωσε την ψωλή του να ανδρώνεται καθώς τη σαπουνίζανε τα χέρια με τα κατακόκκινα νύχια, ούτε που σκέφτηκε την πείνα που θα μπορούσαν να του είχαν γαληνέψει τα χρήματα που κατέθετε στη χούφτα μιας βουβής γριάς -αναρωτήθηκε, μάλιστα, αν θα έπρεπε σ΄ εκείνο το θλιβερό μαμμάριον να άφηνε ένα μπαχτσίσι, αλλά τελικά προτίμησε μια ύστατη πράξη οικονομίας και βγήκε στο λιγδιασμένο σοκάκι και για πρώτη φορά μύρισε τον ελεύθερο αέρα που του δρόσιζε το πρόσωπο με εκείνη την απόλαυση του αρσενικού που έχει χύσει μέσα στον κόλπο της γυναίκας. Το σύμβολο του ταύρου που μασουλά τη φρέσκια χλόη –ένα σύμβολο που ο ένας άντρας κληρονομά από τον προηγούμενο και κληρονομεί στον επόμενό του. Ο κληρονόμος του Χρήστου θα ήταν βέβαια, ο γιος του. Μα ο Άρης θα γεννιότανε σε περισσότερο εκλεπτυσμένη ποιοτικά και πλέον εκφυλισμένη ηθικά εποχή, έτσι ώστε το αρχέτυπο του ταύρου θα έφτανε σε πιο ακραία έκφραση… Μα όλα αυτά έχουν να κάνουν με το μέλλον –ένα μέλλον που ο Χρήστος αν και έστω περιθωριακά θα καθόριζε, σαφώς ο ίδιος δεν επρόκειτο απόλυτα να το ζήσει.
Γι αυτόν, εκείνα τα χρόνια της ζωής του στα Ιωάννινα, υπήρχαν οι μέρες και οι μήνες όπου τη σεξουαλική στέρηση τη διαδέχτηκε η αναγκαστική αποχή. Το απαιτούμενο χρηματικό ποσό δεν ήταν εύκολο να εξοικονομηθεί – από το χωριό του στέλνανε κυρίως τρόφιμα * τυριά, λουκάνικα, πίτες και καρβέλια. Για τους γονείς του ήταν μια παρουσία σχεδόν ξεχασμένη - τον θυμόντουσαν μόνο σαν ένα ακόμα στόμα που έπρεπε να του στέλνουν τη τροφή. Ίσως επειδή ήταν σίγουροι πως θα επιζούσε, να αδιαφορούσαν για το πως ζει, το που κοιμάται… Με κάποιους χωριανούς του στέλνανε μικροποσά, τρόφιμα και τα νέα μιας καθημερινότητας που τίποτε το καινούργιο δεν περίμενε να έχει. Κι αυτός με τον ίδιο συγχωριανό έστελνε τα σέβη του και την αδιαφορία ενός νεαρού ατόμου που είχε μάθει μόνο του να επιβιώνει.
Ήταν η εποχή που είχε πια ψηφιστεί το πρώτο Σύνταγμα της Αβασίλευτης Δημοκρατίας και τα πολιτικά πράγματα της χώρας αλλάζανε συνεχώς στόχους και προθέσεις, αλλά ο έφηβος Ηπειρώτης δεν ενδιαφερότανε να διαβάζει, όσα αναφερόντουσαν σ΄ αυτά, στα φύλλα των τοπικών εφημερίδων. Τούτα, κομμένα σε τετράγωνα 20Χ20 εκατοστά και πιασμένα σε σιδερένιο γάντζο, τα χρησιμοποιούσε με άλλο τρόπο -για να σκουπίζει το παχύρρευστο σπέρμα που ξεπήδαγε από το αγχωμένο πέος του. Είχε αναγκαστεί να δείξει απόλυτη κατάφαση στην –αν και επιμένουσα ως προς την ενοχή της- γοητεία της εκσπερμάτωσης μέσα σε μια φλεγόμενη παλάμη την ώρα που η φαντασία επανέφερε έμπροσθεν του την κατακόκκινη πληγή, εκείνον τον βύττον με τις καστανόχρωμες φούντες.
Κάθε κάμαρα κελί με βαριά παλικαρίσια αναπνοή –οι στοίχοι του λαϊκού άσματος δεν θα μπορούσαν βέβαια να έχουν ακουστεί στον αθηναϊκό δρόμο άπ΄ όπου θα διάβαιναν οι στάχτες του Χρήστου Βαλλή, χρόνια και χρόνια μετά από εκείνη την εποχή του τέλους της εφηβείας του. Η διαδοχή των γεγονότων δίνει την πληροφορία ότι ποτέ ο Χρήστος δεν σιγομουρμούρισε αυτά τα λόγια, γεγονός πάντως είναι πως ότι εκφράζουν είναι που τον συντρόφευε τις στιγμές όπου ο καθηγητής των μαθηματικών του τραβούσε το αυτί και τον εξευτέλιζε. Ο ηλικιωμένος αρσενικός που μισούσε τα νιάτα που τον διαδέχονταν και τα διαπόμπευε* και μπροστά του ο νεαρός που έσφιγγε τα χείλια και δεν μόρφαζε γιατί σκεφτότανε πως αν γινότανε κι οι δυο να κατεβάζανε τα παντελόνια τους, τότε θα ήταν ο καθηγητής που θα κοκκίνιζε -οι σταφιδιασμένες του πηρίδες θα υποκλινόνταν ενώπιον της σφύζουσας βαλάνου του διαδόχου του.
Λοιπόν, ο Χρήστος καθώς ανδρωνότανε έβλεπε τους όρχεις του να παίρνουν τις διαστάσεις άγουρων μανταρινιών την ώρα του πρώιμου φθινοπώρου και το γεννητικό του όργανο εντυπωσιακές διαστάσεις (οι στήσεις του ξάφνιαζαν ακόμα κι εκείνον τον ίδιο –όπως άλλωστε και τον κάθε άλλο αρσενικό που παρατηρεί τις σχεδόν μεταφυσικές ιδιότητες του μαγικού αυτού μέλους του σώματός του- και τον έκαναν να βιώνει μια αρχέγονα αρσενική ικανοποίηση), ενώ το σεξουαλικό του σφρίγος επέμενε να εκφράζει ζωικές απαιτήσεις. Ανάμεσα στη διάθεσή του να ανακαλύψει τους δρόμους που θα τον οδηγούσαν στην πρωτεύουσα και στο πάθος του να ματώνει στα μονοπάτια μιας σεξουαλικής εκτόνωσης, κάποια στιγμή βρήκε την οδό που θα του χάριζε το συνταίριασμα του ονείρου και της σάρκας.
Καθώς πλησίαζε το τέλος των γυμνασιακών σπουδών του, που με ήρεμη σύνεση και δίχως εντυπωσιακές επιδόσεις διεκπεραίωνε, είχε αποκτήσει μια ενδιαφέρουσα τριχοφυία, ένα βλέμμα που φώλιαζε τη λάμψη του μέσα σε κατάμαυρα μάτια, στήθος που απάνω του οι ματιές των γυναικών αφήνονταν να στήσουν τα κρυφά όργιά τους, αφού πρώτα κατάφερναν να μαντέψουν ότι κάλυπταν το τριμμένο σακάκι, το ξεθωριασμένο πουκάμισο και η χοντρή, μάλλινη φανέλα. Ήταν η εποχή και τα χρόνια που το σώμα κυκλοφορούσε με σύνεση ενδεδυμένο και οι πρώτες του φωτογραφικές απεικονίσεις είχαν απαραίτητο ντεκόρ ζωγραφισμένα δέντρα, κήπους, και παρόμοια ειδυλλιακά τοπία, ενώ το ίδιο κρυβότανε εντός αυστηρών ενδυμάτων –σκουρόχρωμων για τους άρρενες, συνήθως λευκών για τις γυναίκες. Μα οι εποχές διαδέχονται η μια την άλλη και η διαδοχή αυτού του είδους των εποχών –εννοούμε τις εποχές των κοινωνικών δομών και μεταλλάξεων- σε τίποτε δεν ομοιάζει με εκείνη των εποχών του χρόνου. Κι έτσι σε μια υστερότερη εποχή –την εποχή του Άρη- τα σώματα θα είχαν απελευθερώσει τον τρόμο απεικόνισής τους, θα μπορούσαν να κραυγάζανε το χρώμα της επιδερμίδας τους (χρώμα δοσμένο είτε από τον ήλιο είτε από το solarium) και τον παλμό της σάρκας, αλλά βεβαίως θα είχαν υποπέσει στο αμάρτημα της θεοποίησης της ομορφιάς –μιας ομορφιάς όχι της φύσης, μα των ινστιτούτων αισθητικής και των κέντρων ενόργανης γυμναστικής.
Αλλά τότε, τα πρώτα χρόνια του αιώνα των μεγάλων ιδεολογιών και των υποσχέσεων της τεχνολογίας , ο Χρήστος Βαλλής φορούσε ενδύματα που δεν επέτρεπαν στους όγκους του κορμιού να εκφραστούν και να φανερωθούνε. Κρυμμένος, λοιπόν, κάτω από το ταλαιπωρημένο παντελόνι, παλλότανε ένας σκουρόχρωμος ευφλεβής που αν κάποια κασαλβάς αποφάσιζε πως θα μπορούσε να αποδεχτεί την επίσκεψή του κατόχου του δίχως και να πληρωθεί γι αυτήν, δε θα δίσταζε και να παραβιάσει κάθε άλλο κανόνα του επαγγέλματός της, να το προσκυνήσει και να το αφήσει να της προκαλέσει τα ρίγη ενός ανόθευτου, σχεδόν παρθένου οργασμού -τουλάχιστον αυτό ήταν ένα από εκείνα τα πλέον προσφιλή οράματα του νεαρού Ηπειρώτη που πάνω τους πολύ συχνά στήριζε τη βοήθεια προς τα δάχτυλά του για την επίτευξη μιας έτοιμης προς εκτόνωση στύσης.
Αλλά οι πόρνες γίνονται πόρνες επειδή δεν τους έχει προσφερθεί η πνευματική ευελιξία που χρειάζεται να ικανοποιήσουν παράλληλα με τον βιοπορισμό και την απόλαυση. Αυτό, όμως, πολύ συχνά δεν συμβαίνει στις άλλες γυναίκες, που επέλεξαν με τυφλό πείσμα μια ζωή κοινωνικά ενάρετη. Αυτές, που πουλήθηκαν άπαξ και διαπαντός… Αν και τελικά το άπαξ μπορεί να ισχύει, όχι όμως και το δια παντός.
Η σπιτονοικοκυρά, που την τελευταία χρονιά των σπουδών του ο Χρήστος είχε, ήταν μια γυναίκα που η χηρεία την είχε ανεξέλεγκτα απελευθερώσει και το επερχόμενο γήρας υπαρξιακώς πανικοβάλει. Πέρασε τους πρώτους μήνες εκείνου του φθινοπώρου να κρυφοκοιτά μέσα από κάποια οπή του ξύλινου χωρίσματος, το φρέσκο αρσενικό κορμί που κάθε Σάββατο λουζότανε στο παράπηγμα που το ονομάζανε λουτρό.
Το νερό έβρεχε το σκουρόχρωμο χνούδι του σφριγηλού καβάλου και οι λευκές σαπουνάδες δεν καταφέρνανε να καλύψουνε τον ορθωμένο κότιλον. Ανάμεσα από τον ξύλινο τοίχο έβγαιναν τα βογκητά του αρσενικού που αυνανιζότανε, ενώ αντιθέτως τα χοντρά πέτρινα ντουβάρια της κρεβατοκάμαρας δεν επέτρεπαν στις γυναικείες κραυγές να ακουστούν την ώρα που το ώριμο σώμα σπαρταρούσε κάτω από την πίεση ονειρικών δαχτύλων και υποθετικών διεισδύσεων.
Η χηρεία απαιτεί αποκλεισμό σε μισοσκότεινο σπίτι. Μα το ημίφως που έρπει στα δωμάτια υποθάλπει περισσότερο το πάθος του έρωτα και λιγότερο το άλγος του θανάτου.
Η κοινωνία της πόλης σχολίαζε καυστικά την καθαριότητα που εξέπεμπαν οι γυναίκες των προσφύγων που είχαν απλωθεί στον ελλαδικό χώρο και την συνδύαζε με μια ανήθικη ελευθερία ηθών. Μα η σπιτονοικοκυρά του Χρήστου δεν είχε καμιά ηθική αντίσταση να προβάλει όταν η μυρωδιά του πράσινου σαπουνιού έφευγε από την κάμαρα του νεαρού νοικάρη της φέρνοντας μέχρι την κουζίνα της το ερεθιστικό όραμα ενός σώματος που το φούσκωναν οι οσμές των αδένων που φωλιάζανε σε σκιερές μασχάλες και στην περιοχή μιας αυθάδικης ήβης.
Τελικά ήταν μια ασυνείδητη φεμινίστρια, ίσως προπομπός άλλων γυναικών που δεκαετίες μετά θα εμφανιζόντουσαν. Φεμινίστρια –αν και ποτέ της δεν θα πρέπει να είχε ακούσει μήτε καν τον ηπιότερο απόηχο του κινήματος που ζητούσε την κοινωνική ανάταση του γυναικείου φύλλου. Κοινωνική ανάταση σημαίνει δυνατότητα κάλυψης των ατομικών αναγκών – και η σεξουαλική ικανοποίηση δεν ήταν ένα ανοιχτό προνόμιο μιας γυναίκας. Αλλά συχνά ότι η θεωρία δεν μας βοηθά να επιτύχουμε, μας το προσφέρει η βιολογική επιμονή. Η γυναίκα που θέλει ελεύθερα να γαμηθεί είναι εκείνη που πρώτη θα εφαρμόσει στην πράξη το μέγιστο τόλμημα της ισότητας των φύλλων. Διαθέτει όπου και όπως και σε όποιον θέλει το σώμα της. Και άθελά της γίνεται το υπόδειγμα για μελλοντικές κοινωνικές επαναστάσεις. Οι θεωρητικοί της επανάστασης εκφράζουν ότι κάποιοι πιο πριν έχουν ήδη -έστω και χοντροκομμένα- εκτελέσει.
Κάποιο σαββατιάτικο απομεσήμερο –μέρα σκοτεινή ενός κρύου Δεκέμβρη- ο Χρήστος είδε να μπαίνει μέσα στο δωμάτιο του, μια γυναικεία φιγούρα –κορμί που μούλιαζε στον ιδρώτα του πάθους, ρόμπα μεταξωτή να χαράζεται από το σχήμα δύο μελωμένων μαστών και ξέπλεκα μαλλιά ποτισμένα στο άρωμα λουλουδιών που ανθούσανε προφυλαγμένα μέσα στο πιο απάγκιο μέρος της αυλής του σπιτιού που του είχε προσφέρει –έναντι κάποιου ποσού- στέγη.
Εκείνο το απομεσήμερο του Δεκέμβρη, ο Χρήστος ανακάλυπτε πως θα μπορούσε να χρησιμοποιεί όχι μόνο μια κάμαρα αυτού του μικρού οικήματος, αλλά και το ίδιο το σώμα της ιδιοκτήτριάς του.
Το σπίτι της χήρας μπορεί να μην ήταν το πιο άνετο της πόλης –ήταν όμως ζεστό, και προφυλαγμένο από την υγρασία της λίμνης. Και από τη στιγμή που αυτό το σπίτι είχε αποφασίσει να προσφέρει στον νεανίσκο και την θαλπωρή ενός στόματος που ήξερε να χαλαρώνει το οδυνηρό μούδιασμα του φαλλού του, όπως και να ηρεμεί το χτύπημα του αίματος στα ογκώδη σφαιρίδιά του, εκείνος και θεώρησε πως η επιλογή του σπιτιού της χήρας ήταν πολύ εύστοχη, αλλά και πως επίσης μπορούσε να γίνει το εφαλτήριο για τα επόμενα σχέδια του σχετικά με το μέλλον. Η πόλη που θα έπρεπε να φιλοξενήσει τη σχέση τους, ήταν –ασφαλώς- η Αθήνα. Άλλωστε μέσα σε μια μεγαλούπολη όλα χωνεύονται και τα σκάνδαλα γίνονται λιγότερο επικίνδυνα – η χήρα μέχρι πότε θα μπορούσε να κρατά μυστικές τις ώρες που το κορμί της την ευχαριστούσε για ότι είχε την τόλμη να του προσφέρει;.
Γυναίκα που πια εγκατέλειπε τις τελευταίες αναλαμπές της νεότητάς της, δεν είχε μπορέσει να γνωρίσει μήτε τη γλύκα της μητρότητας, μήτε και την κούραση που προσφέρει το πάρσιμο από έναν αρσενικό. Ο άντρας της είχε εφήμερον σπέρμα και μειωμένη διάθεση σεξουαλικών εκφράσεων. Πέθανε αφήνοντάς την πεινασμένη όσον αφορά την απόλαυση παθών, μα χορτάτη από υλικά αγαθά –η αργυροχοεία ήταν από τότε μια επικερδής απασχόληση..
Με την κληρονομιά, η χήρα μπορούσε, λοιπόν, να συντηρεί ένα γιο. Μπορούσε να συντηρεί έναν εραστή. Ίσως –υποσυνείδητα, εννοείται- γι αυτόν ακριβώς το λόγο να είχε αποφασίσει την ενοικίαση ενός δωματίου σε κάποιον νεαρό προερχόμενο από τα γύρω χωριά. Το χρήματα του ενοικίου δεν ήταν απαραίτητα για τη συντήρησή της. Ζητούσε να διαχύσει το συσσωρευμένο πάθος μιας ανεκπλήρωτης μητρότητας και μιας αξόδευτης σεξουαλικότητας -μια Ιοκάστη εκεί που είχε ζήσει η κυρά Βασιλική.
Πρότεινε στον Χρήστο να παίξει και τους δυο ρόλους –πρόσφερε τον ένα της μαστό στον εραστή να τον μαλάζει, τον άλλο στο γιο να τον βυζαίνει.. Κι εκείνος –όψιμος Οιδίποδας- δέχτηκε τα πάντα -και να υποκρίνεται το πουλάρι και να εξασκεί τα καθήκοντα του καβαλάρη, όπως και υπέβαλε την ιδέα να μετακομίσουν στην Αθήνα, όπου εκεί πια θα μπορούσε να συνεχίσει το τελευταίο, όπως νόμιζε, στάδιο των ονείρων του – εύρεση μιας αξιοπρεπούς εργασίας, παράλληλη συνέχιση των σπουδών και συνθήκες ζωής που σε τίποτε δε θα παρέπεμπαν στην σκληρότητα των ορεινών όγκων της Πίνδου.
Όσα χρόνια επρόκειτο να ζήσει δίπλα στην τόσο μεγαλύτερή του γυναίκα , θα ήταν χρόνια που θα του προσφέρανε, εν κατακλείδι, το χνώτο μιας συντροφιάς. Η χήρα του έδινε το κορμί και το σπίτι της –και τα δυο διώξανε μακριά την αποπνικτική ατμόσφαιρα της ποδαρίλας των συγκατοίκων του παρελθόντος. Δεν την αγάπησε, δεν της εξομολογήθηκε ότι ούτε κι ο ίδιος δεν ήθελε να βγάλει στο φως της αποκάλυψης, μα με κάποιον τρόπο την πόνεσε, της στάθηκε –δεν ήταν για εκείνη, αυτή ή έτσι κι αλλιώς περιορισμένη προσφορά συντροφικότητας, πιο πολύ ο ίδιος είχε κάτι τέτοιο ανάγκη, είχε ανάγκη σε κάποιον κάτι, από καιρού σε καιρό, να δίνει. Κι έπειτα ο έρωτας μαζί της ήταν έρωτας προσφερόμενος, εκ μέρους της, με πάθος –και το πάθος μπορεί να αναπληρώνει την ανυπαρξία μιας σφιχτής σάρκας. Μέσα στο σπιτικό που είχε αποδεχτεί να φιλοξενεί και να απολαμβάνει την αρσενικάδα του, οι κραυγές του ερωτικού παροξυσμού κυκλοφορούσαν ελεύθερα, οι ώρες που οι στήσεις του απαιτούσαν την εκτόνωση δεν είχαν ποτέ τιμολογηθεί κι είναι ωραίο να μένεις ξαπλωμένος μετά από ένα κυνάζειν και να περιμένεις να σου φέρουνε στο κρεβάτι το σοροπιαστό γιαννιώτικο και το κεντημένο μαντηλάκι να σκουπίσεις το πρώιμο μουστάκι που στόλιζε το πάνω χείλος σου.
Πόσο, αλήθεια, διαφορετικά όλα αυτά από τα όσα θα βίωνε ο διάδοχος του Χρήστου. Ο Άρης θα γεννιότανε αστός και ως τέτοιος θα ήταν υποχρεωμένος να αρκείται σε μπουρδελότσαρκες τα χρόνια της εφηβείας του και στα μετέπειτα χρόνια της ζωής του, τα χρόνια της ματωμένης ωριμότητάς του, θα είχε ως χώρο των αναστεναγμών της εκσπερμάτωσης να επιλέξει είτε απομονωμένα ξενοδοχεία είτε υπόπτου καθαριότητας μικρά διαμερίσματα στα οποία οι ενοικιαστές τους χαρίζανε επαναλαμβανόμενες κινήσεις γλουτών και χειλέων με στόχο την όσο πιο γρήγορη απόκτηση του ποσού που είχε προκαθοριστεί από κλήση σε κινητό τηλέφωνο ή μέσω της χρήσης του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου.
Βέβαια, η επιλογή μπορούσε να περιλαμβάνει και την περίπτωση μιας άλλης διάστασης της συνουσίας -αλλά όλα τούτα προς ώρας δεν μας αφορούν.
Λοιπόν, επανερχόμαστε στον Χρήστο Βαλλή και στις τότε και τις πρώτες εκείνες εμπειρίες του. Όλες αυτές που μπορούσαν να συναποτελέσουν μια σχέση, τη βάση έστω μιας σχέσης, που βέβαια και θα είχε ημερομηνία λήξης και ασφαλώς δε θα έπνιγε τα σχέδια για το προσωπικό του μέλλον. Από τα Γιάννινα φύγανε για την Αθήνα.